εκκαθαρίζω
Ορισμοί
-
διώχνω όσους θεωρούνται ανεπιθύμητοι ή ανίκανοι formal
- υπολογίζω το τελικό πιστωτικό ή χρεωστικό υπόλοιπο
Ισοδύναμα
15 more languages
Българскиликвидирам
Catalàliquidar
Češtinaodklidit
Dansklikvidere
Portuguêsliqüidar
Русскийвыплатитьвыплачиватьликвидироватьликвиди́роватьперевести́ в нали́чныепереводи́ть в нали́чныеуладитьулаживатьурегулировать
Svenskalikvidera
Українськаліквідува́ти
Επίπεδο CEFR
B2
Ανώτερο μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Δείτε επίσης
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free