εκεχειρία
Ορισμοί
- η προσωρινή παύση των εχθροπραξιών
-
η προσωρινή διακοπή οποιασδήποτε διένεξης figuratively
Ισοδύναμα
14 more languages
العربيةهدنة
Češtinapříměří
Ελληνικάανακωχή
हिन्दीयुद्धविराम
Latinaguerra recreduta
Latviešuuguns pārtraukšana
Portuguêstrégua
Русскийперемирие
Türkçeateşkes
Παραδείγματα
“Οι δύο χώρες υπέγραψαν εκεχειρία μετά από χρόνια πολέμου.”
The two countries signed a truce after years of war.
Επίπεδο CEFR
C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Δείτε επίσης
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free