Meaning of δροσό | Babel Free
/ðɾoˈso/Ορισμοί
-
δροσερό ή / και σκιερό μέρος idiomatic
- επώνυμο (ανδρικό ή γυναικείο)
Παραδείγματα
“※ Αφού αποφάγαμε κατεβήκαμε στον κήπο να πιούμε τον καφέ μας στο δροσό. (Δημήτριος Ταγκόπουλος (1914) Χρυσαυγή [διήγημα])”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.