Meaning of δούλα | Babel Free
/ˈðula/Ορισμοί
- γυναίκα με την ιδιότητα του δούλου, σκλάβα
- γυναικείο επώνυμο
- η υπηρέτρια
Παραδείγματα
“※ Πήγαμε στο αρχοντικό του Βερνάρδου· μας έστρωσαν οι δούλες τραπέζι. (⌘ Νίκος Καζαντζάκης, Ο φτωχούλης του Θεού, [μυθιστόρημα], 1954)”
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.