HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of δούλα | Babel Free

Noun masculine CEFR C2 Specialized
/ˈðula/

Ορισμοί

  1. γυναίκα με την ιδιότητα του δούλου, σκλάβα
  2. γυναικείο επώνυμο
  3. η υπηρέτρια

Παραδείγματα

“※ Πήγαμε στο αρχοντικό του Βερνάρδου· μας έστρωσαν οι δούλες τραπέζι. (⌘ Νίκος Καζαντζάκης, Ο φτωχούλης του Θεού, [μυθιστόρημα], 1954)”

Επίπεδο CEFR

C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See δούλα used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course