δοξομανής
Ορισμοί
πρόσωπο που χαρακτηρίζεται από παθολογική ή υπέρμετρη προσήλωση στην απόκτηση δόξας και δημόσιας αναγνώρισης, σε βαθμό που η επιδίωξή τους καθορίζει τη στάση και τη συμπεριφορά του
formal
Ισοδύναμα
18 more languages
العربيةمهووس
Catalàobsessionat
Esperantoserĉanta
Magyarmegszállott
Polskinawiedzony
Tagaloghaling
اردودِیوانَہ
Tiếng Việtcanh cánh
Επίπεδο CEFR
B2
Ανώτερο μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Δείτε επίσης
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free