HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
Επιστροφή στην αναζήτηση

δοκός

Ουσιαστικό θηλυκό CEFR B1
ðoˈkos

Ορισμοί

  1. δοκάρι
  2. ανδρικό επώνυμο
  3. ονομασία οικισμών της Ελλάδας
  4. δοκάρι (στα γκολπόστ)
  5. νησίδα της Ελλάδας κοντά στην Ύδρα
  6. όργανο γυμναστικής που αποτελείται από ένα οριζόντιο δοκάρι, που στηρίζεται σε δύο βάσεις, και που παρών στο οποίο οι αθλήτριες εκτελούν τεχνικές και ισορροπιστικές ασκήσεις (και (κατ’ επέκταση) το σχετικό άθλημα)
  7. ανδρικό επώνυμο (θηλυκό Δοκού)

Ισοδύναμα

20 more languages

Παραδείγματα

“※ Στην ενόργανη γυμναστική, οι άνδρες αγωνίζονται σε έδαφος, ίππο με λαβές, κρίκους, άλμα, μονόζυγο και παράλληλους ζυγούς. Οι γυναίκες μετέχουν παίρνουν μέρος σε άλμα, έδαφος, δοκό ισορροπίας και ασύμμετρους ζυγούς.(εφημερίδα Καθημερινή)”

Επίπεδο CEFR

B1
Μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B1 — επίπεδο μεσαίο.
See all B1 Ελληνικά words →

Δείτε επίσης

Μάθετε αυτή τη λέξη σε πλαίσιο

Δείτε τη λέξη δοκός σε πραγματικές συνομιλίες στο δωρεάν μάθημα γλώσσας.

Ξεκινήστε δωρεάν

Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free