Meaning of δοκός | Babel Free
/ðoˈkos/Ορισμοί
- δοκάρι
- ανδρικό επώνυμο
- ονομασία οικισμών της Ελλάδας
- δοκάρι (στα γκολπόστ)
- νησίδα της Ελλάδας κοντά στην Ύδρα
- όργανο γυμναστικής που αποτελείται από ένα οριζόντιο δοκάρι, που στηρίζεται σε δύο βάσεις, και που παρών στο οποίο οι αθλήτριες εκτελούν τεχνικές και ισορροπιστικές ασκήσεις (και (κατ’ επέκταση) το σχετικό άθλημα)
- ανδρικό επώνυμο (θηλυκό Δοκού)
Παραδείγματα
“※ Στην ενόργανη γυμναστική, οι άνδρες αγωνίζονται σε έδαφος, ίππο με λαβές, κρίκους, άλμα, μονόζυγο και παράλληλους ζυγούς. Οι γυναίκες μετέχουν παίρνουν μέρος σε άλμα, έδαφος, δοκό ισορροπίας και ασύμμετρους ζυγούς.(εφημερίδα Καθημερινή)”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.