HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Σημασία του δοκός | Babel Free

Ουσιαστικό θηλυκό CEFR B1
ðoˈkos

Ορισμοί

  1. δοκάρι
  2. ανδρικό επώνυμο
  3. ονομασία οικισμών της Ελλάδας
  4. δοκάρι (στα γκολπόστ)
  5. νησίδα της Ελλάδας κοντά στην Ύδρα
  6. όργανο γυμναστικής που αποτελείται από ένα οριζόντιο δοκάρι, που στηρίζεται σε δύο βάσεις, και που παρών στο οποίο οι αθλήτριες εκτελούν τεχνικές και ισορροπιστικές ασκήσεις (και (κατ’ επέκταση) το σχετικό άθλημα)
  7. ανδρικό επώνυμο (θηλυκό Δοκού)

Ισοδύναμα

Čeština tyč
Français poteau poteau de but
Gàidhlig post-bàire
Íslenska markstöng marksúla
Italiano palo
日本語 ゴールポスト
ქართული სპორტული
한국어 골대 골포스트
Bahasa Melayu gawang
Nederlands doelpaal
Polski słupek
Português trave
Română stachetă
Русский штанга
Svenska målstolpe stolpe

Παραδείγματα

“※ Στην ενόργανη γυμναστική, οι άνδρες αγωνίζονται σε έδαφος, ίππο με λαβές, κρίκους, άλμα, μονόζυγο και παράλληλους ζυγούς. Οι γυναίκες μετέχουν παίρνουν μέρος σε άλμα, έδαφος, δοκό ισορροπίας και ασύμμετρους ζυγούς.(εφημερίδα Καθημερινή)”

Επίπεδο CEFR

B1
Μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B1 — επίπεδο μεσαίο.
See all B1 Ελληνικά words →

Δείτε επίσης

Μάθετε αυτή τη λέξη σε πλαίσιο

Δείτε τη λέξη δοκός σε πραγματικές συνομιλίες στο δωρεάν μάθημα γλώσσας.

Ξεκινήστε δωρεάν

Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free