διχοτομία
Ορισμοί
η διαίρεση ενός συνόλου σε δύο αντιτιθέμενα μεταξύ τους μέρη
Ισοδύναμα
18 more languages
Češtinadichotomie
Danskdikotomi
Ελληνικάδιχοτόμηση
Esperantodiĥotomio
Gàidhligdà-fhillteachd
Bahasa Indonesiadikotomi
Italianodicotomia
日本語二分法
한국어이분법
Polskidychotomia
Portuguêsdicotomia
Românădihotomie
Русскийдихотомия
Svenskatudelning
Українськадихотомія
Παραδείγματα
“Ωστόσο, όλοι ξέρουμε σήμερα ότι ο αφορισμός δεν στάθηκε ικανός να αποτρέψει την επαναστατική κίνηση. Έτσι ενεργοποιήθηκε μια νέα διχοτομία: χριστιανοί-αποστάτες, μουσουλμάνοι-αμυνόμενοι, η οποία συνέχιζε ανεστραμμένη την προαιώνια και δομική διχοτομία της οθωμανικής αυτοκρατορίας: χριστιανοί-υποτελείς, μουσουλμάνοι-κυρίαρχοι. (Β. Παναγιωτόπουλος, Αρχίστε την επανάσταση χωρίς εμένα , από την εφημερίδα ΤΟ ΒΗΜΑ, Κυριακή 28 Μαρτίου 2010)”
Επίπεδο CEFR
B2
Ανώτερο μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Δείτε επίσης
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free