Meaning of διχοψηφία | Babel Free
/ði.xo.psiˈfi.a/Ορισμοί
κατάσταση κατά την οποία δεν υπάρχει ομοφωνία σε ψηφοφορία
Παραδείγματα
“※ Ἂν τύχῃ διχοψηφία, οἱ αἰρετοὶ κριταὶ ἐκλέγουν ἐκ συμφώνου τὸν τρίτον.”
“※ Ἡ διχοψηφία δηλοῦται παρὰ τῶν διαιτητῶν κατὰ πάντα τρόπον, μὴ ὁρίζοντος τρόπον τινὰ τοῦ νόμου, ἀλλὰ καλὸν εἶναι νὰ γίνηται ἐγγράφως καὶ δι’ ἀποφάσεως ἐνίοτε.”
“※ Ἐν διχοψηφίᾳ κρατεῖ ἡ ψῆφος τῶν πλειόνων τῆς μειοψηφίας καταχωριζομένης εἰς τὰ πρακτικά.”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.