Σημασία του διχρωμία | Babel Free
ði.xɾoˈmi.aΟρισμοί
- το να είναι κάποιος ή κάτι δίχρωμο(ς), να έχει δύο χρώματα
- μέθοδος εκτύπωσης σε δύο χρώματα
Ισοδύναμα
Επίπεδο CEFR
B2
Ανώτερο μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free