Meaning of διπλός | Babel Free
Ορισμοί
- πολλαπλασιαστικό αριθμητικό επίθετο
- που αποτελείται από δύο όμοια τμήματα ή φάσεις
- που εμφανίζεται με δύο διαφορετικές μορφές
- που υπάρχει σε δύο αντίγραφα, αντίτυπα κλπ
- διπλάσιος
Παραδείγματα
“η χαρά μας σήμερα είναι διπλή, αφού γιορτάζει ο γιος μας και η κόρη μας έπιασε δουλειά”
“τόσα χρόνια ζούσε διπλή ζωή· κανείς δεν είχε καταλάβει ότι ήταν δίγαμος”
“Η διπλή ζωή της Βερόνικα (τίτλος ταινίας του Κριστόφ Κισλόφσκι)”
“αντάλλαξα τα γραμματόσημα που τα είχα διπλά”
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.