Meaning of διαβάτης | Babel Free
Ορισμοί
- ανδρικό επώνυμο
- κάποιος που προχωρά με τα πόδια και περνά από έναν τόπο, ο περαστικός, ο οδοιπόρος
Ισοδύναμα
English
Passer-by
Παραδείγματα
“※ Διὰ νὰ σχηματίσητε ἰδέαν τοῦ βαθμοῦ εἰς τὸν ὁποῖον ἔφθασεν ἡ ἀγωνομανία, ἀρκεῖ νὰ σᾶς εἴπω ὅτι κάθε ἀπόγευμα περὶ τὴν δύσιν τοῦ ἡλίου ἠμπορεῖ ὁ διαβάτης νὰ καμαρώση περὶ τὸν Πλάτανον τῆς Πλάκας καὶ τὸ φανάρι τοῦ Διογένους, ἐκτὸς τῶν παίδων καὶ νεανίσκων, καὶ ἀρκετὰ μεγάλα ἀγοροκόριτζα νὰ σηκώνουν βάρη, νὰ πηδοῦν, νὰ ρίπτουν δίσκους καὶ νὰ τρέχουν, χωρὶς φόβον νὰ δείξουν τὸ χρῶμα τῆς καλτσοδέτας των, συμμεριζόμενα, ὡς φαίνεται, τὰς περὶ ἐξισώσεως τῶν δυὸ φύλων προοδευτικὰς ἰδέας τῆς «Ἐφημερίδος τῶν Κυριῶν». (Εμμανουήλ Ροΐδης, Οι Αθηναϊκοί δρόμοι, 1896)”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.