Meaning of διά- | Babel Free
/ði̯a/Ορισμοί
- για δήλωση κίνησης ανάμεσα σε κάτι, διά μέσου
- που γίνεται μεταξύ δύο ή περισσότερων προσώπων, πραγμάτων κ.λπ.
- δηλώνει πως κάτι μοιράζεται
- δηλώνει διαφορά, διαφωνία, ανταγωνισμό
- δηλώνει χρονικό διάστημα
- επιτείνει τη σημασία του β’ συνθετικού
Ισοδύναμα
English
trans-
Παραδείγματα
“διά- (diá-) + δρόμος (drómos, “way”) → διάδρομος (diádromos, “corridor”)”
“διάπλους”
“διακρατικός”
“διανθίζω”
“διανέμω”
“διαφέρω”
“διανυκτέρευση”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.