Meaning of διαβολο- | Babel Free
Ορισμοί
- δηλώνει έντονα αρνητική ή ενοχλητική ποιότητα προσώπου, πράγματος ή κατάστασης, συχνά με εκφραστική ή υπερβολική χροιά
- δηλώνει κατάσταση, φαινόμενο ή συνθήκη με έντονα δυσμενή, ανεπιθύμητα ή επιβαρυντικά χαρακτηριστικά, χωρίς ηθική ή προσωποποιημένη αναφορά
- δηλώνει, μεταφορικά, ιδιότητες αποδιδόμενες στον διάβολο: δόλο, κακοβουλία, ηθική ή λειτουργική διαφθορά
- δηλώνει άμεση και κυριολεκτική αναφορά στον διάβολο ως υπερφυσική οντότητα, κυρίως σε ρηματικούς σχηματισμούς και παγιωμένες εκφράσεις
Παραδείγματα
“διαβολάνθρωπος”
“διαβολόκαιρος”
“διαολοστέλνω”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.