HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
Επιστροφή στην αναζήτηση

διάπλαση

Ουσιαστικό θηλυκό CEFR B2
ðiˈa.pla.si

Ορισμοί

  1. η ενέργεια και το αποτέλεσμα του ρήματος διαπλάθω
  2. η διαμόρφωση του χαρακτήρα, του ήθους
  3. η μορφή που έχει αποκτήσει κάτι

Ισοδύναμα

14 more languages
العربيةتنوير
Bosanskiosveta
Češtinaosvěta
Hrvatskiosveta
Italianoedificazione
Nederlandsgebouw
Portuguêsedificação
Românăedificare
Русскийназидание
Српскиosveta

Παραδείγματα

“η διάπλαση των νέων”
“κανονική σωματική διάπλαση”

Επίπεδο CEFR

B2
Ανώτερο μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
See all B2 Ελληνικά words →

Δείτε επίσης

Μάθετε αυτή τη λέξη σε πλαίσιο

Δείτε τη λέξη διάπλαση σε πραγματικές συνομιλίες στο δωρεάν μάθημα γλώσσας.

Ξεκινήστε δωρεάν

Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free