Meaning of δασύς | Babel Free
/ðaˈsis/Ορισμοί
- πυκνός (για τρίχωμα ή φύλλωμα)
- που προφέρεται με εκπνοή αέρα
- η δασεία
Παραδείγματα
“στα δασιά πλατάνια”
“※ Τον θυμόταν ψηλό και παχύ, με κόκκινα μάγουλα και με δασιά φρύδια και μουστάκι γυρισμένο προς τα πάνω. (Φάνης Μούλιος, Η γάτα)”
“τα σύμφωνα θ, δ και χ στα αρχαία ελληνικά ήταν δασέα”
“δασύς ήχος, δασεία προφορά”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.