Meaning of δασυνόμενος | Babel Free
Ορισμοί
μετοχή παθητικού ενεστώτα του ρήματος δασύνω: (γραμματική) λέξη που δασύνεται, που γράφεται με το πνεύμα της δασείας
Παραδείγματα
“Στην αρχαία ελληνική γλώσσα, έως και περίπου τα χριστιανικά χρόνια, δασυνόμενος ήταν ο φθόγγος που εικάζεται ότι προφερόταν με πιο τραχύ τρόπο από το αντίστοιχο φωνήεν ή σύμφωνο που δεν θεωρείτο δασυνόμενο ή δασύ.”
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.