Meaning of δαντέλα | Babel Free
/ðanˈde.la/Ορισμοί
λεπτό διάτρητο πλέγμα από λινή, μεταξωτή ή βαμβακερή κλωστή και με επαναλαμβανόμενα διακοσμητικά μοτίβα
Ισοδύναμα
English
Lace
Παραδείγματα
“※ Ἡ μεγάλη κεντητὴ κασέλα μὲ τὸ σεντονιαρισμένο πάπλωμα, τὰ μπάσια τὰ χαμηλὰ μὲ τὶς μαξιλάρες ὁλόγυρα καὶ τὰ κιλίμια, ἡ μπουχαροποδιά χιονάτη μὲ περίγυρο πλεχτὴ δαντέλα μὲ τὸ βελονάκι. (Ερμηνεία Φωτιάδου, Η Αλβανία σήμερα, Ιωάννινα, 1978, σελ. 15 https://exploral.eu/explore/uploads/balkaneana/pdfs/566e7c3654bff.pdf)”
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.