HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of δίκοπος | Babel Free

Adjective CEFR B1
/ˈði.ko.pos/

Ορισμοί

  1. που έχει δύο κόψεις
  2. που έχει τόσο θετικές όσο και αρνητικές πλευρές
    figuratively

Ισοδύναμα

English double-edged

Παραδείγματα

“≈ συνώνυμα: αμφίστομος”
“≤ συνυπώνυμα: μονόκοπος”
“※ αγάπη που 'γινες δίκοπο μαχαίρι (τίτλος τραγουδιού σε ταινία, στίχοι: Μιχάλης Κακογιάννης -και σκηνοθέτης της ομώνυμης ταινίας-)”
“δίκοπο μαχαίρι το κλείσιμο των σχολείων λόγω της νέας γρίπης”

Επίπεδο CEFR

B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See δίκοπος used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course