Meaning of αμφίστομος | Babel Free
/aɱˈfi.sto.mos/Ορισμοί
- που έχει δύο κόψεις, που κόβει από δύο πλευρές
- που έχει δύο στόμια, δύο ανοίγματα
Ισοδύναμα
English
double-edged
Παραδείγματα
“※ ο στρατιώτης επιτέθηκε εναντίον του και του κατάφερε αλλεπάλληλα χτυπήματα με το αμφίστομο μαχαίρι που έφερε στη ζώνη του. (Πάνος Σόμπολος, Βεντέτες: Εγκλήματα βεντέτας στην Ελλάδα, εκδ. Πατάκης, 2024)”
“※ Στη συνέχεια η Υπουργός μετέβη στο χώρο του υδραγωγείου και διέσχισε το μήκους 1.036 μέτρων αμφίστομο όρυγμα. (@archaiologia.gr, 2017.03.03)”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.