γύμνια
Ορισμοί
-
το να είναι κάποιος γυμνός, χωρίς ρούχα literally
-
η έλλειψη, η ένδεια figuratively
Ισοδύναμα
39 more languages
বাংলানগ্নতা
Catalànuesa
Češtinanahota
Dansknøgenhed
Esperantonudeco
فارسیبرهنگی
Suomialastomuus
Gaeilgenochtacht
हिन्दीनंगापन
Հայերենմերկություն
Bahasa Indonesiaketelanjangan
Íslenskanekt
Latinanuditas
Lingálabolumbu
മലയാളംനഗ്നത
Nederlandsnaaktheid
پښتولوڅ تيا
Portuguêsnudez
Românănuditate
Shqiplakuriqësi
Svenskanakenhet
Тоҷикӣбараҳнагӣ
Türkçeçıplaklık
Παραδείγματα
“※ Συγκεκριμένα, τα θέματα που προτείνουν οι ... να συμπεριλαμβάνονται στα σεξουαλικά εκπαιδευτικά προγράμματα των ατόμων με αυτισμό ή / και νοητική καθυστέρηση αφορούν την σεξουαλική υγεία, τα σεξουαλικώς μεταδιδόμενα νοσήματα και το AIDS, άσεμνες χειρονομίες και προσβλητικά σχόλια, εξερεύνηση του σώματος, γύμνια, ερωτική συνεύρεση, αυνανισμό και σεξουαλικό αυτοερεθισμό, σεξουαλικό προσανατολισμό, «οικείο» άγγιγμα, ραντεβού, αποφυγή εγκυμοσύνης, εγκυμοσύνη, συγκατοίκηση, γάμο, πορνογραφία, ερωτικό υλικό, σεξουαλική εκμετάλλευση, κακοποίηση και παρενόχληση. (Ευαγγελία Μπαρμπούδη, Σεξουαλικότητα και σεξουαλική εκπαίδευση ατόμων με αυτισμό ή/ και νοητική καθυστέρηση. Μια πιλοτική έρευνα σε γονείς, διπλ. εργασία, Παν. Μακεδονίας, τμήμα εκπαιδευτικής και κοινωνικής πολιτικής, Θεσσαλονίκη, 2012, σελ. 22-23)”
Επίπεδο CEFR
C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free