Meaning of γόνος | Babel Free
Ορισμοί
- τέκνο, απόγονος
- ανδρικό επώνυμο
- σπέρμα, σπόρος
- η γύρη των λουλουδιών
- αβγά ή νεογνά ψαριών
Ισοδύναμα
English
Fry
Παραδείγματα
“γόνος γνωστής οικογένειας εθεάθη με πρωταγωνίστρια του θεάτρου”
“※ Στη λαμπρή τελετή των Θεοφανίων ο γόνος Παπαγεωργίου έκανε το παπαδάκι κοντά στον αρχιεπίσκοπο Ιάκωβο κρατώντας θυμιατό και δικηροτρίκηρα. Φωτογραφίες του τοπικού τύπου της εποχής αποτυπώνουν το δέος του εφήβου που από τότε προαλειφόταν για το ιερατείο (Ιουστίνη Φραγκούλη-Αργύρη, Η μοναξιά ενός ασυμβίβαστου: Σπυρίδων, Αρχιεπίσκοπος Αμερικής, 1996-1999 εκδ. Εξάντας, 2000, σελ. 43)”
“η αλιεία γόνου απαγορεύεται”
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.