Meaning of γονοτοξικότητα | Babel Free
Ορισμοί
η ικανότητα φυσικού ή χημικού παράγοντα να προκαλεί βλάβες στο DNA ή σε άλλα στοιχεία του γενετικού υλικού, με πιθανό επακόλουθο μεταλλάξεις, κληρονομικές ανωμαλίες ή/και καρκινογένεση
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.