γυρολόγος
Ορισμοί
πλανόδιος έμπορος που γυρνάει σε γειτονιές και χωριά για να πουλήσει μικροπράγματα, πραματευτής
Ισοδύναμα
16 more languages
Παραδείγματα
“※ Ο γυρολόγος φωτογράφος και ο πραματευτής ράγιζαν και αυτοί το γυαλί της ησυχίας του απομεσήμερου. Το ντιαλαλητό τους αντιπροσώπευε τη διμούτσουνη ουσία της ζωής, το κλάμα και το γέλιο. (Παναγιώτης Κουσαθανάς, Είναι και πράγματα βουβά, εκδ. Νεφέλη, 1999, σελ. 16)”
Επίπεδο CEFR
B2
Ανώτερο μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Δείτε επίσης
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free