Meaning of γυροπλάνο | Babel Free
/ʝi.ɾoˈpla.no/Ορισμοί
ιπτάμενο όχημα που αντί να έχει σταθερά φτερά όπως το αεροπλάνο έχει έλικα), περίπου όπως το ελικόπτερο, που όμως περιστρέφεται μόνο παθητικά (χάρη στην αεροδυναμική) και όχι ενεργητικά με τη χρήση κινητήρα
Παραδείγματα
“Το πρώτο γυροπλάνο το κατασκεύασε ο Ισπανός εφευρέτης και αεροπόρος Χουάν ντε λα Θιέβρα και έκανε την πρώτη του επιτυχημένη πτήση το 1923.”
“→ χρειάζεται παράθεμα”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.