HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of πραματευτής | Babel Free

Noun masculine CEFR C1
/pɾa.ma.tef.ˈtis/

Ορισμοί

  1. o πλανόδιος έμπορος, o γυρολόγος
  2. ανδρικό επώνυμο

Παραδείγματα

“※ Ο γυρολόγος φωτογράφος και ο πραματευτής ράγιζαν και αυτοί το γυαλί της ησυχίας του απομεσήμερου. Το ντιαλαλητό τους αντιπροσώπευε τη διμούτσουνη ουσία της ζωής, το κλάμα και το γέλιο. (Παναγιώτης Κουσαθανάς, Είναι και πράγματα βουβά, εκδ. Νεφέλη, 1999, σελ. 16)”

Επίπεδο CEFR

C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See πραματευτής used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course