Σημασία του γυαλάκιας | Babel Free
ʝaˈla.casΟρισμοί
- ανδρικό επώνυμο
-
αυτός που φοράει γυαλιά οράσεως, ο γυαλιάς ironic
Ισοδύναμα
English
four-eyes
Suomi
rillipää
हिन्दी
चश्मिश
日本語
くそメガネ
ქართული
სათვალიანი
한국어
안경쟁이
Português
quatro olhos
Svenska
glasögonorm
Türkçe
dört göz
O'zbekcha
koʻzoynak
Tiếng Việt
bốn mắt
Παραδείγματα
“διοπτροφόρος (καθαρεύουσα)”
Επίπεδο CEFR
B2
Ανώτερο μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free