γυαλάκιας
Ορισμοί
- ανδρικό επώνυμο
-
αυτός που φοράει γυαλιά οράσεως, ο γυαλιάς ironic
Ισοδύναμα
16 more languages
Suomirillipää
हिन्दीचश्मिश
日本語くそメガネ
ქართულისათვალიანი
한국어안경쟁이
Portuguêsquatro olhos
Svenskaglasögonorm
Türkçedört göz
O'zbekchakoʻzoynak
Tiếng Việtbốn mắt
Παραδείγματα
“διοπτροφόρος (καθαρεύουσα)”
Επίπεδο CEFR
B2
Ανώτερο μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free