Meaning of γρανάζι | Babel Free
/ɣɾaˈna.zi/Ορισμοί
- οδοντωτός τροχός που σε ζεύγη χρησιμοποιείται για την μετάδοση κίνησης
- η κάθε οδόντωση ή εγκοπή του
-
σειρά γεγονότων και δυσκολιών απ' τις οποίες δύσκολα ξεφεύγει κανείς figuratively, plural-normally
Ισοδύναμα
English
gear wheel
Παραδείγματα
“πέφτω / μπλέκω στα γρανάζια της γραφειοκρατίας”
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.