γνώρισμα
Ορισμοί
- χαρακτηριστικό, κάτι που εμφανίζει ένα πρόσωπο ή πράγμα ή κατηγορία και μας επιτρέπει να το αναγνωρίσουμε και να το διακρίνουμε από άλλα
- κάτι που είχα τη δυνατότητα να γνωρίσω
- η στήλη μίας σχέσης (relation) / πίνακα (table) ενός σχεσιακού μοντέλου / σχεσιακής βάσης δεδομένων. Ο όρος γνώρισμα (attribute) χρησιμοποιείται κυρίως στη θεωρία της επιστήμης των υπολογιστών.
Ισοδύναμα
2 more languages
Παραδείγματα
“τα βιβλία των εν λόγω συγγραφέων «Χ», «Υ» και «Ω», θαρρώ, πως είναι από τα πιο σημαντικά γνωρίσματα της σύγχρονης εποχής, που είχα ποτέ διαβάσει”
“Συνώνυμα: στήλη, ιδιότητα”
“Υπώνυμα: περιγραφικό γνώρισμα”
Επίπεδο CEFR
C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Δείτε επίσης
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free