γκομενίτσα
Ορισμοί
υποκοριστικό του: γκόμενα
Παραδείγματα
“Η γκομενίτσα του ήρθε στο πάρτι μαζί του.”
His little girlfriend came to the party with him.
Επίπεδο CEFR
C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Δείτε επίσης
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free