Meaning of γερανός | Babel Free
/ʝe.ɾaˈnos/Ορισμοί
- μεγαλόσωμο υδρόβιο πτηνό με μακριά πόδια, μακρύ ράμφος και λαιμό
- όνομα αστερισμού του νότιου ημισφαιρίου. Ανήκει στους 12 αστερισμούς που δημιούργησαν οι Pieter Dirkszoon Keyser και Frederick de Houtman από το 1595 ως το 1597 (πρωτοεμφανίσθηκε στην Ουρανομετρία του Johann Bayer το 1603) και στους 88 επίσημους αστερισμούς που το 1922 θέσπισε η Διεθνής Αστρονομική Ένωση
- μηχάνημα που εξυπηρετεί με ανακρέμαση την ανύψωση, μετακίνηση, ή φορτοεκφόρτωση αντικειμένων μεγάλου βάρους
- το όχημα που έχει το προηγούμενο μηχάνημα
- παραδοσιακή κατασκευή άντλησης νερού από πηγάδι
- η εγκατάσταση υδροδότησης των σιδηροδρομικών ατμομηχανών
- μηχάνημα που χρησιμοποιείται από της αντλίες της πυροσβεστικής για την εκτόξευση νερού από ψηλά
- χορός που εφηύρε ο Θησέας και τον χόρεψε στη Δήλο, επιζητώντας να δείξει τη δαιδαλώδη πορεία που ακολούθησε στο Λαβύρινθο
Παραδείγματα
“ανυψωτικός γερανός (lifting crane)”
“συντομογραφία: Gru”
“μόλις εμφανιστούν οι γερανοί, πίστευαν οι αρχαίοι, είναι η κατάλληλη εποχή για όργωμα”
“καλαθοφόρος / πλωτός / ηλεκτροϋδραυλικός γερανός”
“ο γερανός της Τροχαίας τους πήρε το αυτοκίνητο για παράνομη στάθμευση”
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.