HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
Επιστροφή στην αναζήτηση

γερανός

Ουσιαστικό αρσενικό CEFR C2 Specialized
ʝe.ɾaˈnos

Ορισμοί

  1. μεγαλόσωμο υδρόβιο πτηνό με μακριά πόδια, μακρύ ράμφος και λαιμό
  2. όνομα αστερισμού του νότιου ημισφαιρίου. Ανήκει στους 12 αστερισμούς που δημιούργησαν οι Pieter Dirkszoon Keyser και Frederick de Houtman από το 1595 ως το 1597 (πρωτοεμφανίσθηκε στην Ουρανομετρία του Johann Bayer το 1603) και στους 88 επίσημους αστερισμούς που το 1922 θέσπισε η Διεθνής Αστρονομική Ένωση
  3. μηχάνημα που εξυπηρετεί με ανακρέμαση την ανύψωση, μετακίνηση, ή φορτοεκφόρτωση αντικειμένων μεγάλου βάρους
  4. το όχημα που έχει το προηγούμενο μηχάνημα
  5. παραδοσιακή κατασκευή άντλησης νερού από πηγάδι
  6. η εγκατάσταση υδροδότησης των σιδηροδρομικών ατμομηχανών
  7. μηχάνημα που χρησιμοποιείται από της αντλίες της πυροσβεστικής για την εκτόξευση νερού από ψηλά
  8. χορός που εφηύρε ο Θησέας και τον χόρεψε στη Δήλο, επιζητώντας να δείξει τη δαιδαλώδη πορεία που ακολούθησε στο Λαβύρινθο

Ισοδύναμα

32 more languages

Παραδείγματα

“ανυψωτικός γερανός (lifting crane)”
“συντομογραφία: Gru”
“μόλις εμφανιστούν οι γερανοί, πίστευαν οι αρχαίοι, είναι η κατάλληλη εποχή για όργωμα”
“καλαθοφόρος / πλωτός / ηλεκτροϋδραυλικός γερανός”
“ο γερανός της Τροχαίας τους πήρε το αυτοκίνητο για παράνομη στάθμευση”

Επίπεδο CEFR

C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
See all C2 Ελληνικά words →

Δείτε επίσης

Μάθετε αυτή τη λέξη σε πλαίσιο

Δείτε τη λέξη γερανός σε πραγματικές συνομιλίες στο δωρεάν μάθημα γλώσσας.

Ξεκινήστε δωρεάν

Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free