Σημασία του γερανός | Babel Free
ʝe.ɾaˈnosΟρισμοί
- μεγαλόσωμο υδρόβιο πτηνό με μακριά πόδια, μακρύ ράμφος και λαιμό
- όνομα αστερισμού του νότιου ημισφαιρίου. Ανήκει στους 12 αστερισμούς που δημιούργησαν οι Pieter Dirkszoon Keyser και Frederick de Houtman από το 1595 ως το 1597 (πρωτοεμφανίσθηκε στην Ουρανομετρία του Johann Bayer το 1603) και στους 88 επίσημους αστερισμούς που το 1922 θέσπισε η Διεθνής Αστρονομική Ένωση
- μηχάνημα που εξυπηρετεί με ανακρέμαση την ανύψωση, μετακίνηση, ή φορτοεκφόρτωση αντικειμένων μεγάλου βάρους
- το όχημα που έχει το προηγούμενο μηχάνημα
- παραδοσιακή κατασκευή άντλησης νερού από πηγάδι
- η εγκατάσταση υδροδότησης των σιδηροδρομικών ατμομηχανών
- μηχάνημα που χρησιμοποιείται από της αντλίες της πυροσβεστικής για την εκτόξευση νερού από ψηλά
- χορός που εφηύρε ο Θησέας και τον χόρεψε στη Δήλο, επιζητώντας να δείξει τη δαιδαλώδη πορεία που ακολούθησε στο Λαβύρινθο
Ισοδύναμα
العربية
رافعة
Български
кран
Bosanski
кран
Deutsch
Bohrturm
Derrickkran
Drehkran
Kranbaum
Kranich
Kranmast
Ladebaum
Ladekran
Lademast
Lastkran
Montagekran
Esperanto
gruo
Galego
grou
Hrvatski
кран
Magyar
daru
Íslenska
Hegrinn
Қазақ тілі
тырна
한국어
두루미자리
Kurdî
bom
Lietuvių
gervė
Русский
бурова́я вы́шка
буровая вышка
вышка
деррик
журавль
кран
подъёмная стрела́
подъёмник
подъёмный кран
Slovenčina
žeriav
Српски
кран
Svenska
tranan
Tagalog
bintag
Türkçe
maçuna
Українська
вишка
中文
天鹤座
Παραδείγματα
“ανυψωτικός γερανός (lifting crane)”
“συντομογραφία: Gru”
“μόλις εμφανιστούν οι γερανοί, πίστευαν οι αρχαίοι, είναι η κατάλληλη εποχή για όργωμα”
“καλαθοφόρος / πλωτός / ηλεκτροϋδραυλικός γερανός”
“ο γερανός της Τροχαίας τους πήρε το αυτοκίνητο για παράνομη στάθμευση”
Επίπεδο CEFR
C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Δείτε επίσης
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free