Meaning of γαρίδα | Babel Free
/ɣa.ˈɾi.ða/Ορισμοί
- γυναικείο επώνυμο, θηλυκό του Γαρίδας
-
γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του Γαρίδας accusative, genitive, singular, vocative
- καρίς· μαλακόστρακο ζώο που ανήκει στην τάξη των καρκινοειδών με διαφανές ή ροδαλό χρώμα, δέκα πόδια και νόστιμη σάρκα
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.