Meaning of γέροντας | Babel Free
/ˈʝe.ɾon.das/Ορισμοί
- ηλικιωμένος άντρας, γέρος (ως προσφώνηση δείχνει σεβασμό)
- ανδρικό επώνυμο (θηλυκό Γέροντα)
- ο μοναχός
- ονομασία οικισμών της Ελλάδας
- προεστός, δημογέροντας (και πληθυντικός οι γερόντοι)
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.