Meaning of βρύση | Babel Free
/ˈvɾi.si/Ορισμοί
- ονομασία οικισμών της Ελλάδας
- γυναικείο επώνυμο
- γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του Βρύσης
- το μεταλλικό, συνήθως, εξάρτημα με διακόπτη που διακόπτει ή επιτρέπει και ρυθμίζει την παροχή νερού ή άλλου υγρού
- η κατασκευή σε ανοιχτό χώρο για τη λήψη νερού από το κοινό
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.