Meaning of βράχος | Babel Free
/ˈvɾa.xos/Ορισμοί
- ονομασία οικισμών της Ελλάδας
- μεγάλος όγκος από πέτρα
-
μεγάλος πέτρινος όγκος που σχηματίζει λόφο especially
-
άνθρωπος με μεγάλη σταθερότητα, που δεν υποχωρεί στις αρχές του, αλύγιστος, δυνατός στο σώμα figuratively
- ύφαλος ή σκόπελος στη θάλασσα, ξέρα
Ισοδύναμα
English
rock
Παραδείγματα
“καθόταν μόνη της στους βράχους της παραλίας”
“ο ιζηματογενής βράχος των Ματάλων”
“έκφραση: στα βράχια”
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.