Meaning of βλέφαρο | Babel Free
/ˈvle.fa.ɾo/Ορισμοί
λεπτή μεμβράνη δέρματος που καθώς κινείται καλύπτει το μάτι
Παραδείγματα
“τα βλέφαρά της ήταν πρησμένα απ' το πολύ κλάμα”
“※ Ύπνος ιερός, λιονταρίσιος, / του γυρισμού, στη μεγάλη / της αμμουδιάς απλωσιά. / Στην καρδιά μου / τα βλέφαρά μου κλεισμένα· / και λάμπει, ωσάν ήλιος, βαθιά μου...”
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.