Meaning of βιόλα | Babel Free
/ˈvʝo.la/Ορισμοί
- έγχορδο μουσικό όργανο παρόμοιο με το βιολί λίγο μεγαλύτερο σε μέγεθος και με βαθύτερο ήχο
- γυναικείο όνομα
- είδος ανθοφόρου φυτού και το λουλούδι αυτού του φυτού
Ισοδύναμα
English
Viola
Παραδείγματα
“μαραμένα τα γιούλια κι οι βιόλες.”
Withered violets and gillyflowers.
“※ μαραμένα τα γιούλια κι οι βιόλες (τραγούδι του Αττίκ, 1935)”
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.