Meaning of βιολέτα | Babel Free
/vʝoˈle.ta/Ορισμοί
- γυναικείο όνομα
- κοινή ονομασία καλλωπιστικών φυτών του γένους Ίον (Viola) της οικογένειας των Ιοειδών καθώς και το άνθος των φυτών αυτών
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.