Meaning of βάρδουλο | Babel Free
Ορισμοί
- λωρίδα από δέρμα ή άλλο υλικό στο κάτω τμήμα ενός παπουτσιού, πάνω στο οποίο καρφώνεται ή ράβεται η σόλα
- συνήθως στον πληθυντικό: βάρδουλα, για μέρος του σώματος που μοιάζει με το δέρμα στο κάτω μέρους του παπουτσιού (δες και κωλοβάρδουλα)
Παραδείγματα
“※ Να αντικαταστήσει .... τα ξελουριστήρια, τὸ ἀπαραίτητον αὐτὸ ὄργανον κάθε παπουτσῆ , μὲ τὸ προφυλακτήριον , τὸ κατσαπροκάκι μὲ τὴν σφενδόνην, τὸ καβέστρο μὲ τὴν κατόχην καὶ μὲ ἀνάλογον ἑλληνικὴν λέξιν τὰ κομματιαστά παπούτσια, τὰ κουμπωτά, τὰ σκιστά, τὶς μπότες , τὰ μποτίνια, τὶς σάνες , τους γκλασέδες, τοὺς σαγρέδες, τὰ σεβρά, τὰ βιδέλα, τὰ καραμάντουλα, τὶς τιράντες, τὶς μετζεσόλες, τὰ βάρδουλα, τὰ σουβλιά, τὶς μπρόκες, τὰ φαλτσέτα καὶ τὰ μασσάτια. (Μανόλης Τριανταφυλλίδης, Ξενηλασία ἤ ἰσοτέλεια, κεφάλαιο: Ἠμποροῦν νά φύγουν αἱ ξέναι λέξεις;, εκδ. Π. Δ. Σακελλάριος, 1905, σελ. 45 https://www.google.gr/books/edition/Xen%C4%93lasia_%C4%93_isoteleia/-k8-AAAAYAAJ?hl=en&gbpv=1&dq=%22%CF%83%CE%B1%CE%B3%CF%81%CE%AD%CE%B4%CE%B5%CF%82%22&pg=PA46&printsec=frontcover)”
“※ Ὄχι παπούτσια ἕτοιμα ἀλλά ὑλικό γιά ἕνα ἤ δυό ζευγάρια: σόλες, πανωδέρματα, βάρδουλα, κορδόνια - Βάλε καί σπάγγο, θά τούς ἔμεινε σπάγγος ἐκεῖ πέρα; Ὡς καί κεράκια γιά φινίρισμα βάζανε, Γιατί πετσιά καί ὄχι παπούτσια δέν τό κατάλαβα. Μπορεῖ νά εἶχαν ξεχάσει πιά τί μέγεθος φοροῦσαν οἱ δικοί τους. (Έλλη Αλεξίου, Ανθολογία ελληνικής αντιστασιακής λογοτεχνίας, 1941-1944, 1965, σελ. 394)”
“※ δεκατέσσερω με γέννησε, μόνο που ήμουν, φαίνεται, από τότενες ανάποδη, γιατί βγήκα με τα ποδάρια και της έσκισα τα βάρδουλα της καψερής, κόντεψε να πεθάνει απ' την αιμορραγία, κι έπειτα από μένα, όσο κι αν πάσχισε, δεν ξανάπιασε παιδί. (Αύγουστος Κορτώ, Τσιτσιμπού, η μάγισσα της πίστας, εκδ. Πατάκης, 2023)”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.