αφαίρεση
Ορισμοί
- η ενέργεια με την οποία αφαιρώ, παίρνω από κάποιον κάτι χωρίς τη συναίνεσή του, με τη βία, εφαρμόζοντας μια ποινή κλπ.
- η ενέργεια με την οποία αφαιρώ, απομακρύνω κάτι από τη θέση στην οποία βρισκόταν αρχικά
- πράξη (δυαδικός τελεστής) που από έναν αριθμό (τον αφαιρετέο) αφαιρεί έναν άλλο (τον αφαιρέτη) και δίνει, έτσι, ένα αποτέλεσμα (τη διαφορά)
- η αποβολή του αρχικού φωνήεντος μιας λέξης
- η αποβολή του αρχικού φωνήεντος μιας λέξης όταν η προηγούμενη λέξη λήγει επίσης σε φωνήεν
- συγκέντρωση της προσοχής σε ορισμένα μόνο στοιχεία
- βασική έννοια της πληροφορικής και αφορά την παρουσίαση και διαχείριση της πληροφορίας ή μέρος αυτής με εύχρηστο τρόπο, αφαιρώντας τα δυσνόητα στοιχεία της, όπως απλά ένας αριθμός (πχ. ο 123) ο οποίος δεν παρουσιάζεται στην πραγματική δυαδική μορφή του (πχ. 01111011)
- η παρουσίαση και διαχείριση των δεδομένων με την χρήση των κλάσεων (classes) και των αντικειμένων τους (objects) χρησιμοποιώντας τις τεχνικές της ενθυλάκωσης (encapsulation) και απόκρυψης (data hiding)
- η αφηρημένη τέχνη
Ισοδύναμα
25 more languages
العربيةتجريد
Catalàafèresi
Češtinaabstrakce
Dansksubtraktion
DeutschAbstraktionAbwesenheitAphäreseAphäresisAphereseEndwortEntfernungEntzugProkopeSchwanzwortSubtraktionWegnahmewegnähme
Esperantoabstraktaĵo
Македонскиафереза
Nederlandsabstractieafereseaferesisaftrekkenontvreemdingprocopetoeëigeningvage voorstellingverstrooidheidvisionair begrip
Românăafereză
Svenskasubtraktion
Παραδείγματα
“η παράβαση αυτή τιμωρείται με πρόστιμο και αφαίρεση της άδειας οδήγησης”
“η αφαίρεση της ζωής ενός όντος”
“η αφαίρεση της χοληδόχου κύστης”
“σύμβολο: - (μείον, πλην)”
“6 - 2 = 4, έξι μείον δύο ίσον τέσσερα”
Επίπεδο CEFR
C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Δείτε επίσης
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free