αφάνταστα
Ορισμοί
ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του αφάνταστος
accusative, neuter, nominative, plural, vocative
Ισοδύναμα
3 more languages
Παραδείγματα
“Το τοπίο ήταν αφάνταστα όμορφο το ηλιοβασίλεμα.”
The landscape was unimaginably beautiful at sunset.
Επίπεδο CEFR
C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Δείτε επίσης
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free