HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
Επιστροφή στην αναζήτηση

αυταπάτη

Ουσιαστικό θηλυκό CEFR C2 Specialized
a.ftaˈpa.ti

Ορισμοί

η κατάσταση κατά την οποία κάποιος παραπλανά (απατά) τον ίδιο του τον εαυτό με το να αποδέχεται ως αληθινό κάτι που δεν είναι, επειδή δεν μπορεί ή δεν θέλει να αντιληφθεί την πραγματικότητα

Ισοδύναμα

10 more languages
Češtinasebeklam
Italianoillusione
Македонскисамозалажување
Portuguêsautoenganação
Românăautoamăgire
Русскийсамообман
Українськасамообман

Παραδείγματα

“※ Με τη δική σου την εφηβεία: Αμόλευτη από την πρόληψη και την τύψη που βασανίσαν εμάς , τις αυταπάτες που αφήσαμε εμείς να μας βαυκαλίζουν, γυμνή κι από τα στολίσματα τα δικά μας ... (Δημήτρης Χατζής: μια συνείδηση της ρωμιοσύνης, Αχαϊκές Εκδόσεις, 1999, σελ. 47)”

Επίπεδο CEFR

C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
See all C2 Ελληνικά words →

Δείτε επίσης

Μάθετε αυτή τη λέξη σε πλαίσιο

Δείτε τη λέξη αυταπάτη σε πραγματικές συνομιλίες στο δωρεάν μάθημα γλώσσας.

Ξεκινήστε δωρεάν

Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free