HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of αυταπάτη | Babel Free

Noun feminine CEFR C2 Specialized
/a.ftaˈpa.ti/

Ορισμοί

η κατάσταση κατά την οποία κάποιος παραπλανά (απατά) τον ίδιο του τον εαυτό με το να αποδέχεται ως αληθινό κάτι που δεν είναι, επειδή δεν μπορεί ή δεν θέλει να αντιληφθεί την πραγματικότητα

Ισοδύναμα

Παραδείγματα

“※ Με τη δική σου την εφηβεία: Αμόλευτη από την πρόληψη και την τύψη που βασανίσαν εμάς , τις αυταπάτες που αφήσαμε εμείς να μας βαυκαλίζουν, γυμνή κι από τα στολίσματα τα δικά μας ... (Δημήτρης Χατζής: μια συνείδηση της ρωμιοσύνης, Αχαϊκές Εκδόσεις, 1999, σελ. 47)”

Επίπεδο CEFR

C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See αυταπάτη used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course