αυταπάτη
Ορισμοί
η κατάσταση κατά την οποία κάποιος παραπλανά (απατά) τον ίδιο του τον εαυτό με το να αποδέχεται ως αληθινό κάτι που δεν είναι, επειδή δεν μπορεί ή δεν θέλει να αντιληφθεί την πραγματικότητα
Ισοδύναμα
10 more languages
Češtinasebeklam
Suomiitsepetos
Italianoillusione
Македонскисамозалажување
Portuguêsautoenganação
Românăautoamăgire
Русскийсамообман
Svenskasjälvbedrägeri
Українськасамообман
Παραδείγματα
“※ Με τη δική σου την εφηβεία: Αμόλευτη από την πρόληψη και την τύψη που βασανίσαν εμάς , τις αυταπάτες που αφήσαμε εμείς να μας βαυκαλίζουν, γυμνή κι από τα στολίσματα τα δικά μας ... (Δημήτρης Χατζής: μια συνείδηση της ρωμιοσύνης, Αχαϊκές Εκδόσεις, 1999, σελ. 47)”
Επίπεδο CEFR
C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Δείτε επίσης
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free