Meaning of αστραπή | Babel Free
/a.stɾaˈpi/Ορισμοί
- γυναικείο όνομα
- το στιγμιαίο φωτεινό φαινόμενο που συνοδεύει τον κεραυνό
-
κάτι που γίνεται γρήγορα κι έχει μικρή διάρκεια figuratively
Ισοδύναμα
Παραδείγματα
“η ξαφνική λάμψη του περιβάλλοντος που εμφανίζεται κατά τη διάρκεια κεραυνού”
“το υπερβολικά φωτεινό φαινόμενο που εμφανίζεται ακριβώς στο σημείο της ηλεκτρικής εκκένωσης, ο κεραυνός”
“※ Μας έρριξε στο δρόμο προς τη χώρα / με γρήγορο το χέρι ως αστραπή. / Μαζί στον κόσμο μα μονάχοι τώρα, / μια μοναξιά σαν τάφου σιωπή. (Μαρία Πολυδούρη, (Κ’ ήρθε μοιραία...), από την ποιητική συλλογή Οι Τρίλλιες που Σβήνουν)”
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.