Ασκεναζί
Ορισμοί
Εβραίος της διασποράς με καταγωγή από την Κεντρική και Ανατολική Ευρώπη, φορέας ιδιαίτερης θρησκευτικής παράδοσης και γλωσσικής ταυτότητας (γίντις), διαμορφωμένης κυρίως στον γερμανόφωνο χώρο από τον Μεσαίωνα και εξής
Ισοδύναμα
13 more languages
العربيةأَشْكِنَازِيّ
Catalàasquenazita
Esperantoaŝkenazo
עבריתאשכנזי
Portuguêsashkenazi
Svenskaaskenas
TürkçeAşkenaz
中文阿什肯納茲
Επίπεδο CEFR
B2
Ανώτερο μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free