Meaning of ασκέρι | Babel Free
/aˈsce.ɾi/Ορισμοί
-
το τμήμα άτακτου ή τακτικού στρατού dated
-
η πολυμελής ομάδα ανθρώπων, το πλήθος, ο όχλος figuratively
-
πολυμελής οικογένεια, το σόι figuratively
Παραδείγματα
“Έφερε και τ’ ασκέρι του.”
He brought his family as well.
“Έτσι, το 1780, κατέπλευσε στο λιμάνι του Γυθείου. Είχε μαζί του μεγάλο ασκέρι και στόλο.”
“Πλάκωσε τ' ασκέρι των συγχωριανών”
“Ήρθε επίσκεψη και κουβάλησε κι όλο τ' ασκέρι του.”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.