απήχηση
Ορισμοί
- ο αντίλαλος, η αντήχηση
- η επίδραση, η εντύπωση ή η αντίδραση που προκαλεί κάποιο γεγονός, ενέργεια ή λόγος
Ισοδύναμα
Españolresonancia
Παραδείγματα
“Η ομιλία του είχε μεγάλη απήχηση στο κοινό.”
His speech had a great impact on the audience.
Επίπεδο CEFR
C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Δείτε επίσης
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free