αντραλίζω
Ορισμοί
-
ζαλίζω, ενοχλώ, σκοτίζω Demotic, literary
-
ζαλίζομαι, παθαίνω σκοτοδίνη Demotic, literary, passive
Ισοδύναμα
17 more languages
Παραδείγματα
“※ «Του κάστρου της Ωριάς», δημοτικό ⌘ Νικόλαος Πολίτης, (1914) Ἐκλογαί ἀπό τά τραγούδια τοῦ ἑλληνικοῦ λαοῦ., 73, στίχος 36 @anemi [μεταγραφή σε μονοτονικό]”
“— Είμαι από την πείνα κι' αντραλίζουμαι. Γελάστηκε μια κόρη, πάει, τον άνοιξε. Όσο ν' ανοίξη η πόρτα ακόμα, χίλιοι εμπήκανε.”
Επίπεδο CEFR
B2
Ανώτερο μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free