ανισακίαση
Ορισμοί
η παρασιτική λοίμωξη που προκαλείται όταν ο άνθρωπος καταναλώσει ωμό ή ανεπαρκώς μαγειρευμένο ψάρι ή κεφαλόποδο μολυσμένο με προνύμφες του σκωληκοειδούς παρασίτου Anisakis, οι οποίες διεισδύουν στο γαστρεντερικό σωλήνα και προκαλούν φλεγμονώδη αντίδραση στην τοιχωματική επένδυση του στομάχου ή εντέρου
Ισοδύναμα
2 more languages
日本語アニサキス症
Παραδείγματα
“※ Το συγκεκριμένο παράσιτο εντοπίζεται σε ακατέργαστα ή ωμά ψάρια και γενικά φαγητά τα οποία δεν έχουν ζεσταθεί σωστά. Η ανισακίαση (ή ανισακίδωση) συχνά συνδέεται με οξέα γαστρεντερικά συμπτώματα, όπως κοιλιακό άλγος, διάρροια, ναυτία και έμετο. Η γνωστή και ως ασθένεια του σκουληκιού της ρέγγας ανισακίαση είναι μια παρασιτική ασθένεια, που προκαλείται από νηματώδη (σκουλήκια) που προσκολλώνται στα τοιχώματα του οισοφάγου, του στομάχου ή του εντέρου. (www.tanea.gr, 22.11.2025)”
Επίπεδο CEFR
B2
Ανώτερο μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free