ανεπίσημος
Ορισμοί
- ο μη επίσημος, ο καθημερινός, ο συνήθης
- ο άτυπος, αυτός που σίγουρα έχει κύρος και επισημότητα επί της ουσίας, τυπικά, όμως, χαρακτηρίζεται ως ανεπίσημος, επειδή δε θα γίνουν οι ανακοινώσεις που συνήθως γίνονται σε επίσημες επισκέψεις, αλλά και επειδή δε θα ληφθούν (ή δε θα ανακοινωθούν) οριστικές αποφάσεις για κάτι
- ο μη κοινοποιήσιμος, αυτός που λέγεται πληροφοριακά, αλλά όχι για να δημοσιευθεί ή να αποδοθεί ως φράση σε εκείνον που την είπε, παρότι την είπε, ο μη καταγραφόμενος (το "off the record")
Ισοδύναμα
26 more languages
Esperantoneoficiala
Galegoinformal
Bahasa Indonesiadi bawah tangan
한국어비공식적
Kurdîlêger
Românăneoficial
Shqipjozyrtar
Tiếng Việtbình dân
Παραδείγματα
“(για ρούχο, ενδυμασία)”
“η επίσκεψη του Γιούνγκερ ανακοινώθηκε ως ανεπίσημη”
“Η ανεπίσημη αντίδραση της κυβέρνησης για την Λαγκάρντ και τις απειλές μέσω Facebook (η κυβέρνηση αντέδρασε, δηλαδή, στις δηλώσεις Λαγκάρντ, αλλά σε ανεπίσημο επίπεδο, όχι με διαβήματα και επίσημες επιστολές)”
Επίπεδο CEFR
B2
Ανώτερο μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Δείτε επίσης
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free