Meaning of αναστέλλω | Babel Free
/a.naˈste.lo/Ορισμοί
σταματώ κάτι ίσως προσωρινά ίσως και για πάντα, αναβάλλω κάτι μάλλον για πολύ, όμως δεν το ακυρώνω και επίσημα οριστικά
Ισοδύναμα
BG
задържам
CA
inhibir
Čeština
potlačit
Ελληνικά
αναχαιτίζω
EO
inhibicii
Français
inhiber
GA
urchoill
हिन्दी
रोकना
Italiano
inibire
Nederlands
remmen
Português
inibir
RO
inhiba
Русский
воспрепятствовать
мешать
подавить
подавлять
помешать
препятствовать
сдержа́ть
сде́рживать
угнета́ть
TL
sansalain
Українська
перешкоджа́ти
Παραδείγματα
“Αναστέλλεται η λειτουργία της υπηρεσίας εξυπηρέτησης πελατών.”
The operation of customer service is suspended.
“Η κυβέρνηση αναστέλλει την εφαρμογή του νόμου.”
The government suspends the implementation of the Act/law.
“Ανεστάλησαν οι διορισμοί με διάταγμα.”
The appointments were suspended by decree.
“αναστάλθηκε η εφαρμογή του νέου νόμου μετά την κατακραυγή των συνδικάτων”
“αναστάλθηκε η απεργία μετά την επιστράτευση των απεργών”
“Το Ανώτατο Δικαστήριο των Ηνωμένων Πολιτειών ανέστειλε σήμερα προσωρινά τους γάμους των ομοφυλοφίλων στη Γιούτα”
“Ανέστειλε επ' αόριστον τις εργασίες του το Ανώτατο Δικαστήριο της Αιγύπτου επειδή δέχεται απειλές από φανατικούς”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.