Meaning of αναστενάζω | Babel Free
/a.na.steˈna.zo/Ορισμοί
- στενάζω, ανασαίνω εκπνέοντας βαριά (από πόνο, θλίψη, ανία, ηδονή, ανακούφιση)
- υποφέρω, δυσκολεύομαι
- αναστατώνομαι, ταράζομαι
- υποφέρω τόσο πολύ που συμπάσχει κι η φύση, ακόμα και τα πανίσχυρα βουνά
Ισοδύναμα
English
Sigh
Παραδείγματα
“Θα αναστενάξουν για να πληρώσουν το χαράτσι”
“Πίπτοντας χαμαί ο λέων, Εις εκειό το κρήμνισμόν του Κη εις εκειόν τον μουγκρισμόν του Έκαμε πολύν σεισμόν. Εκουνίσθηκαν τα όρη, Θάλασσαις αναστενάζουν("Εις την περίφημον Γαλλίαν και τον στρατηγόν Βοναπάρτην"”
“Αναστενάζουν τα βουνά, πάσχουν δι' εμέν οι κάμποι, θρηνούσιν τα παράπλαγα, βροντούν οι λιβαδίες”
“Αναστενάζουν τα βουνά, απ' τα δικά μου κλάματα (τραγούδι των Δερβενιώτη-Κολοκοτρώνη)”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.