HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of αναστενάζω | Babel Free

Verb CEFR B2
/a.na.steˈna.zo/

Ορισμοί

  1. στενάζω, ανασαίνω εκπνέοντας βαριά (από πόνο, θλίψη, ανία, ηδονή, ανακούφιση)
  2. υποφέρω, δυσκολεύομαι
  3. αναστατώνομαι, ταράζομαι
  4. υποφέρω τόσο πολύ που συμπάσχει κι η φύση, ακόμα και τα πανίσχυρα βουνά

Ισοδύναμα

English Sigh

Παραδείγματα

“Θα αναστενάξουν για να πληρώσουν το χαράτσι”
“Πίπτοντας χαμαί ο λέων, Εις εκειό το κρήμνισμόν του Κη εις εκειόν τον μουγκρισμόν του Έκαμε πολύν σεισμόν. Εκουνίσθηκαν τα όρη, Θάλασσαις αναστενάζουν("Εις την περίφημον Γαλλίαν και τον στρατηγόν Βοναπάρτην"”
“Αναστενάζουν τα βουνά, πάσχουν δι' εμέν οι κάμποι, θρηνούσιν τα παράπλαγα, βροντούν οι λιβαδίες”
“Αναστενάζουν τα βουνά, απ' τα δικά μου κλάματα (τραγούδι των Δερβενιώτη-Κολοκοτρώνη)”

Επίπεδο CEFR

B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See αναστενάζω used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course